ἑρπετώδης

ἑρπετώδης, ες,
A snake-like, προβολή, of the elephant's trunk, Aret. SD2.13.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑρπετώδης — snake like masc/fem acc pl (attic epic doric) ἑρπετώδης snake like masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ἑρπετώδης snake like masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερπετώδης — ες (AM ἑρπετώδης, ες) [ερπετό] αυτός που μοιάζει με ερπετό, ο οφιοειδής νεοελλ. 1. (για τόπο) αυτός που είναι γεμάτος ερπετά 2. χαμερπής, ποταπός αρχ. φρ. «ἑρπετώδης προβολή» η προβοσκίδα τού ελέφαντα …   Dictionary of Greek

  • ἑρπετώδει — ἑρπετώδης snake like masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑρπετώδης snake like masc/fem/neut dat sg ἑρπετώδεϊ , ἑρπετώδης snake like dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπετώδη — ἑρπετώδης snake like neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑρπετώδης snake like masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑρπετώδης snake like masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπετῶδες — ἑρπετώδης snake like masc/fem voc sg ἑρπετώδης snake like neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπετώδεα — ἑρπετώδης snake like neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἑρπετώδης snake like masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπετώδεις — ἑρπετώδης snake like masc/fem acc pl ἑρπετώδης snake like masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπετώδους — ἑρπετώδης snake like masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.